Skip to main content

Πρωτομάρτυρας Στέφανος. δολοφονήθηκε από τον Απόστολο Παύλο.

Μετάφρασις Αρχιμ. ΙΕΡΩΝΥΜΟΥ ΚΟΤΣΩΝΗ (μετέπειτα Αρχιεπισκόπου Αθηνών) Καθηγητού πανεπιστημίου
Ο Στέφανος ομιλεί για τα πιστεύω του. Η σκηνή ξαφνικά μεταβάλλεται σε δικαστήριο. Χιλιάδες γροθιές υψώνονται στον αέρα. Στη στιγμή, αρπάζουν τον Στέφανο, τονσέρνουν, μεσ΄από στενούς δρόμους της αγοράς, στον τόπο των συνεδριάσεων του Συνεδρίου, στην αυλή του Ναού, όπου, καθισμένοι σε ημικύκλιο, ήταν συναθροισμένοι οι πατέρες του Ισραήλ. Να διαστρέψουν τα λόγια του, δεν ήταν δύσκολο. Για μια ακόμη φορά ο Στέφανος προσαρμόζει την μασσιανική αντίληψη στην ιστορική της συνάρτηση και τελειώνει με την φοβερή κατηγορία: (Νυν υμείς προ��όται και φονείς γεγένησθε). Ξέσπασμα θυμού και τρίξιμο των δοντιών γεμίζουν την αίθουσα. Ο Στέφανος στέκεται ακίνητος, βυθισμένος σε έκσταση και ατενίζει προς τα πάνω. Ο αρχιερεύς, ο άκαμπτος Καιάφας (16-32 μ.X),ήθελε να κάμει ψηφοφορία. Ένοχος η αθώος; Ο Σαύλος (Παύλος), που είχε δικαίωμα ψήφου,(Πράξ.κστ΄,10)και, ως νομοδιδάσκαλος, ήταν μέλος του Συνεδρίου, ήταν έτοιμος να ρίξει την ψήφο του στην κάλπη. Αλλά δεν χρειαζόταν πια. Εβραίοι από όλες τις συναγωγές έσερναν ήδη τον νεαρόν ήρωα έξω απ΄την αίθουσα, προς την πύλη της Δαμασκού. Ο τόπος του λιθοβολισμού ήταν κάτι σαν προσκήνιο, δυό οργιές ύψος. Ο Σαύλος (Παύλος), είχε ορμήσει έξω μαζί τους, και, ως μόνος νομοδιδάσκαλος, ήταν επόπτης στην φονική πράξη. Οπρώτος επόπτης έδωσε του Στεφάνου μια σπρωξιά και τον ξάπλωσε ανάσκελα χάμω. Εκείνος προσπάθησε να γυρίσει με την πλάτη του προς τα πάνω, αλλ΄αυτός (Παύλος) τον γύρισε ανάσκελα. Ύστερα, ο δεύτερος επόπτης πήρε μια πέτρα, και με όλη του την δύναμη την έριξε πάνω στην καρδιά του, δεν κατόρθωσε όμως να τον αφήσει στον τόπο. Τώρα σύμφωνα με τον Νόμο (Δευτερ. ιζ΄7), ερχόταν η σ��ιρά του όχλου. Οι άνδρες άφηναν τα λευκά τους ιμάτια στα πόδια του Σαύλου,(Παύλου), για να μην εμποδίζονται στο αιματοβαμμένο έργο τους. Ο Στέφανος, συγκεντρώνοντας τις τελευταίες του δυνάμεις, σηκώθηκε όρθιος. Ανοίγοντας τα χέρια του και γυρίζοντας το βλέμμα του προς τον ουρανό, άρχισε να προσεύχεται: Κύριε Ιησού, δέξαι το πνεύμα μου. Οι πρώτες πέτρες σφύριξαν στον αέρα. Ο νεαρός ήρωας έπεσε στα γόνατα. Με το κτυπημένο του μάτι γυρισμένο προς τον Σαύλο,(Παύλο), μέσα στην κοσμοχαλασιά του πετροβολήματος άφησε μια φωνή που συνεκλόνιζε λες την ψυχή: Κύριε, μη στήσης αυτοίς την αμαρτίαν ταύτην. Το έργο είχε συμπληρωθεί. Ο ήρωας ,νεκρός, έπλεε στο αίμα του. Ο Σαύλος,(Παύλος), ήταν ευχαριστημένος, είχε σκοτώσει διαφωνούντα.
JOSEPH HOLZNER ΠΑΥΛΟΣ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *


Διαβάστε επίσης